ἄεπτος

ἄεπτος (Aesch.)
Grammatical information: adj.
Meaning: uncertain; cf. ἄεπτον ἰσχυρόν, ἀοίκητον (Abresch ἄθικτον) H. Sometimes we find ἄαπτος (q.v.) or ἄελπτος (A. Supp. 908, Ag. 141 etc.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: Unknown. See Wackernagel Stud. It. Fil. Cl. 5, 27ff., Ed. Fraenkel on A. Ag. 141
Page in Frisk: 1,25

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άεπτος — ἄεπτος, ον (Α) [ἔπομαι] (αντί άαπτος*) αυτός που δεν μπορεί κανείς να τόν ακολουθήσει, να τόν αντιμετωπίσει, ακαταμάχητος, άγριος, θηριώδης η λ. απαντά επίσης και ως δ. γρφ. αντί τού άελπτος* στον Αισχύλο (Ικέτιδες 908. Αγαμέμνων 141) …   Dictionary of Greek

  • ἄεπτον — ἄεπτος masc/fem acc sg ἄεπτος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀέπτοις — ἄεπτος masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀέπτοισι — ἄεπτος masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀέπτους — ἄεπτος masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄεπτοι — ἄεπτος masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άαπτος — ἄαπτος ον (Α) συνήθως ερμηνεύεται: αυτός που δεν μπορεί κανείς να τόν αγγίξει, ακαταμάχητος, ακατάβλητος. [ΕΤΥΜΟΛ. Η σύνδεση τής λ. με το ἅπτομαι πιθ. να οφείλεται σε παρετυμολογία, εάν το α αντί αν δεν δικαιολογείται από τη δασεία του ἅπτομαι.… …   Dictionary of Greek

  • ἄεπτ' — ἄεπτα , ἄεπτος neut nom/voc/acc pl ἄεπτε , ἄεπτος masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.